ἱεράτευμα

ἱερᾱτ-ευμα, ατος, τό,
A priesthood, LXXEx.19.6, 1 Ep.Pet.2.9.
2 body of priests, ib. 5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἱεράτευμα — priesthood neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιεράτευμα — το (ΑΜ ἱεράτευμα) [ιερατεύω] 1. το ιερατείο, το σύνολο τών κληρικών 2. φρ. «βασίλειον ἱεράτευμα» το σύνολο τών πιστών τής ιουδαϊκής θρησκείας ἡ τής χριστιανικής εκκλησίας, ο περιούσιος λαός τού θεού, τα μέλη τού οποίου έχουν τη γενική, μη… …   Dictionary of Greek

  • ιεράτευμα — το, ατος η ιερατεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἱερατεύματι — ἱεράτευμα priesthood neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερατεύματος — ἱεράτευμα priesthood neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • царское священие — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}   =   фразеол. (греч. τὸ βασίλειον ἱεράτευμα:… …   Словарь церковнославянского языка

  • Holy Orders — The term Holy Orders is used by many Christian churches to refer to ordination or to those individuals ordained for a special role or ministry. In the Roman Catholic (Latin: sacri ordines), Eastern Catholic, Eastern Orthodox (ιερωσύνη [hierōsynē] …   Wikipedia

  • ιερατευματικός — ἱερατευματικός, ή, όν (Α) [ιεράτευμα] ο ιερατικός …   Dictionary of Greek

  • συναγωγή — Όρος συγγενής με τον όρο «ναός» που υποδηλώνει τον τόπο της ιουδαϊκής λατρείας. Η σ. δεν πρέπει να συγχέεται με τον Ναό της Ιερουσαλήμ, που ήταν μοναδικός στο Ισραήλ και προορισμένος για τις αιματηρές θυσίες και που καταστράφηκε για τελευταία… …   Dictionary of Greek

  • Εβραίοι — Αρχαίος σημιτικός λαός από τη Χαλδαία, που εγκαταστάθηκε κατά τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ. στη Γη της Χαναάν. Η ονομασία του οφείλεται, κατά την παράδοση, στον Έβερ, απόγονο του Σημ, γιου του Νώε. Οι Ε. ονομάζονταν επίσης και Ισραηλίτες, όνομα… …   Dictionary of Greek

  • ЕПИФАНИЙ КИПРСКИЙ — [греч. ᾿Επιφάνιος ὁ τῆς Κύπρου; лат. Epiphanius Constantiensis in Cypro], свт. (пам. 12 мая) (ок. 315, сел. Бесандука, Палестина 12 мая 403), еп. г. Констанции (древний Саламин, ныне пригород Фамагусты, Кипр), отец и учитель Церкви, богослов… …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.